Saying goodbye to places I’ve loved…

Published 10 Αυγούστου, 2009 by yvris

Εκείνο το βράδυ θα συναντιονταν μετά από πολύ καιρο οι δυο τους μόνοι.

Εκείνο το βράδυ ηταν ιδιαίτερο.

Ήθελε επομένως να τον πάει σε ένα μέρος ξεχωριστό.

Διάλεξε λοιπόν ένα μέρος ξεχωριστό για εκείνη. Θα πήγαιναν στην κατάληψη του Κτήματος – για την ακρίβεια στον πεζόδρομο έξω από την κατάληψη, στο δασάκι, μπροστά από το θεατράκι της Ρεματιάς. Δύο άτομα μόνα το βράδυ καλό θα ήταν να μην έμπαιναν μέσα στην κατάληψη, δεδομένων των επιθέσεων που κάνουν οι φασίστες στους αυτοοργανωμένους χώρους. Τους τρομάζει η ελευθερία. Ενώ έξω στον πεζόδρομο πήγαιναν πολλές φορές και άραζαν ζευγάρια και παρέες άσχετα με την κατάληψη – το τοπίο ήταν ειδυλλιακό. Τα δέντρα, το δασάκι, το ξέφωτο απ’ όπου μπορούσαν να κοιτάζουν το φεγγάρι, οι φωνές από τα βατράχια του Ρέματος που έφταναν ως επάνω, κάποιο ξενύχτικο τζιτζίκι που ξέχασε να κοιμηθεί… Οι φασίστες δε θα πείραζαν τα ζευγάρια. Ίσως να είχαν αράξει και αυτοί με την παρέα τους κανένα βράδυ στο πεζουλάκι της Ρεματιάς. Βλάκες φασίστες. Δεν καταλάβαιναν ότι για να παραμείνει το τοπίο ως είχε και να μπορούν να αράζουν δίπλα στο δασάκι το βράδυ, έπρεπε να παραμείνει και το κτήμα, να μη γίνει parking. Και μάχονταν την κατάληψη. Κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν τα δεσμά τους… Τέλος πάντων.

Ήταν όπως είπαμε ένα ιδιαίτερο βράδυ, ξεχωριστό. Όχι μόνο γιατι ξανασυναντήθηκαν, επιτέλους. Ήταν από πριν. Όταν όμως συναντήθηκαν στην πλατεία που είχαν δώσει ραντεβού, έξω από το σταθμό, το ένιωσαν και οι δύο πιο έντονα. Υπήρχε ένας ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα. Απέφυγαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο όσο κι αν το ήθελαν, το βλέμμα τους όμως τα έλεγε όλα. Θα ήταν άραγε απόψε η πρώτη τους φορά; Ξεκίνησαν να περιπατούν προς το ρέμα. Αυτός δεν είχε ξαναπάει σε κατάληψη. Καθώς πλησίαζαν προς το δάσος του Ρέματος η ατμόσφαιρα άλλαζε. Ησυχία από τους ήχους της πόλης, δημιουργήματα του ανθρώπου (αυτοκίνητα που τρέχουν, τρέχουν για να πάνε που? Αυτή η πόλη που τη μέρα είναι αρρώστια, το βράδυ μπορεί να είναι έρωτας. Γιατί τρέχουν με τα αμάξια τους το βράδυ; Αυτοί οι κωλορυθμοί με τους οποίους κωλοζούμε κόβουν κάθε διάθεση για ρομαντισμό. Γιατί να τρέχεις για να φτάσεις κάπου αντι απλά να απολαύσεις τη διαδρομη;) ενώ οι ήχοι της φύσης πλέον κυριαρχούσαν στα αυτιά τους – τα τριζόνια, το θρόισμα των φύλλων από τον αέρα, τα βατράχια. Ένα ανθισμένο γιασεμί σκόρπαγε το άρωμά του στον αέρα και τους μεθούσε – η νύχτα είχε αρχίσει να τους πιάνει. Είπαμε αυτό το καλοκαιρινό βράδυ ήταν ιδιαίτερο.

φτάνοντας στο ξέφωτο ετοιμάστηκα ν να αραξουν – είχαν τόσα να πουν. Συνειδητοποίησαν όμως ότι δεν ήταν μόνοι. Δυο αδύνατες κοριτσιστικες φιγούρες διαγράφονταν στο φεγγαρόφωτο να κάθονται στο πεζούλι. Ήταν η Αφροδίτη και η Εστέλλα – τις αναγνώρισε με κάποια χαρα πρέπει να πούμε, γιατι τις συμπαθούσε ιδιαίτερα τις πιτσιρίκες αυτές που συμμετείχαν στην κατάληψη και δεν ήταν χαζοχαρούμενες, αν και τόσο μικρες. (Αν και μεταξυ μας ήξερε και πολλά χαζοχαρούμενα άτομα και σε μεγαλύτερες ηλικίες, όχι ότι είχε καποια σημασία αυτό!)

– Κορίτσια!

– Καλώστην. Έλα, άραξε. Έκανε τις απαραίτητες συστάσεις.

– Τι νέα;

– Χώρισα… η μάλλον με χώρισε, ο μαλακας. Αυτό λέγαμε τώρα με την Εστέλλα. Δεν πειράζει, πάμε γι’αλλα. Εσύ;

– Εγώ τελείωσα, πήρα πτυχίο! Φεύγω για Αμστερνταμ σε ένα μηνα, με πηραν στο μεταπτυχιακο!

– Έλα ρε, γαμώ! Να ρθουμε να σε δουμε!

– Εννοείται! Να ρθετε να με δείτε…

Εκείνη την ώρα άκουσαν ήχο βημάτων στα χαλίκια. Γύρισαν με ετοιμότητα. Ήταν ο Θράσος, ο ταξιδιάρης, ο περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένος. Με μια κοπέλα. Κρατιούνταν χερι-χερι κι έμοιαζαν ερωτευμένοι. Ήταν η νέα του κοπέλα και την είχε φέρει εκεί για να της δείξει το ξεχωριστό αυτό μερος και για να βρεθούν κάπου οι δυο τους μόνοι, εκείνο το ιδιαιτερο βραδυ. ΝΟΤ! Αραξαν όλοι μαζι και μιλούσαν κοιτώντας που και που την πανσεληνο. Παράξενο βράδυ. Μια ψύχρα είχε αρχίσει να πέφτει, λογικό δίπλα στο δάσος, και την έκανε να ανατριχιάσει. Αυτός το πρόσεξε και την πηρε στην αγκαλια του, την τύλιξε με τα χερια του και με στοργή για να μην κρυώνει. Αυτοι οι άντρες! Πως γίνεται και δεν κρυώνουν ποτέ! όχι μονο αυτό αλλα είναι και πάντα ζεστοί όταν τους ακουμπας. Περίεργα όντα. ‘Ενας ποδηλάτης πέρασε από μπροστα τους χωρίς να τους δει.

-Εεεεει που πας;

Ηταν ο Βαγγέλης που πηγαινε σπιτι του και όπως παντα ηταν χαμενος στον κόσμο του. Εκατσε και αυτός μαζί τους συνεχίζοντας να παραμένει στον κόσμο του (μα φυσικα!) η παρέα είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Ηταν πια 7 ατομα, που ειχαν ξεκινησει να πανε εκει για να βρεθουν μόνοι τους. Κι όμως κανεις δεν το ενιωσε σα χαλαστρα ένα τετοιο βραδυ και ηταν τωρα εκει 7 ατομα να αραζουν, να μιλανε και να γελανε. Συζητουσαν για διαφορα.. για πολιτικα – προφανως – για τις νέες εξελιξεις με τους μεταναστες και τα βαρβαρα πογκρομ που υφισταντο (http://athens.indymedia.org/features.php3?id=631), για τα νεα μετρα καταστολης που θα επαιρνε η κυβερνηση εναντιον τους (http://athens.indymedia.org/features.php3?id=614)… Για την καταστροφή της Ρεματιάς έτσι και ο δήμαρχος έβαζε σε εφαρμογή το «καινοτόμο» σχέδιό του (σιγά την καινοτομία! Θα κατέστρεφε το περιβάλλον για να βγάλει φράγκα, «αξιοποιώντας», δηλ. ισοπεδώνοντας το δάσος και το κτήμα, για να κάνει parking αυτό το υπέροχο νεοκλασικό στο οποίο εκείνοι είχαν δώσει ζωή καταλαμβάνοντάς το μετά από 34 χρόνια εγκατάλειψης, και που κατάφερε να επιβιώσει ακόμα και μετά τον ελεεινό εκείνο εμπρησμό των φασιστών το βράδυ της 25/3/2008. Μαύρη επέτειος. Σκατά στους ελληνόφρονες), και φυσικά για τον έρωτα. Πού κολλάει ο έρωτας; Πάντα κολλάει ο έρωτας! Τα πάντα είναι έρωτας, ειδικά ένα βράδυ σαν αυτό. Η παρέα είναι έρωτας. Η κατάληψη είναι έρωτας. Η εξέγερση είναι έρωτας. Το δάσος είναι έρωτας. Το να μάχεσαι για τη διατήρησή του και γι’αυτά που πιστεύεις είναι έρωτας. Το να υπάρχεις απλά, ένα βράδυ σαν κι αυτό, σε ενα μέρος σαν κι αυτό είναι έρωτας. Η μυρωδιά του γιασεμιού μέσα στη νύχτα είναι έρωτας…

Κάποιος πετάχτηκε μέχρι το περίπτερο κι έφερε μια σακούλα μπύρες. Τα γέλια της παρέας αντηχούσαν μέσα στο δάσος της Ρεματιάς. Η σκυλοπαρέα της περιοχής μαζεύτηκε κι αυτή αναζητώντας τα χάδια της.

Ένα αυτοκίνητο έκανε την εμφάνισή του τυφλώνοντάς τους στιγμιαία με τα φώτα του. Τέσσερα άτομα βγήκαν. Τα σκυλιά δεν αντέδρασαν. Σιγά σιγά ξεχώρισαν οι μορφές τους – ήταν ο αιώνιος καλλιτέχνης Νώντας μαζί με τη Ρούλα και άλλους 2 φίλους του. Μην αντέχοντας να μένουν σπίτι ένα τέτοιο βράδυ πήραν τις κιθάρες τους κι ήρθαν να αράξουν στη Ρεματιά. Υπέροχα, γιατί η μουσική ηταν το μόνο που έλειπε από εκείνη τη βραδιά – και όχι η μουσική κονσέρβα από κάποιο σταθμό.

Οι φωνές τους ενώθηκαν με τις μελωδίες της κιθάρας και οι φάλτσες τους νότες έμειναν να αντηχούν ως αργα το βράδυ κοντράροντας το αρμονικό τραγούδι των βατράχων… μέχρι που το φεγγάρι κρυφτηκε και το χάραμα σε λίγο θα άρχιζε σιγά σιγά να ανεβαζει τα ρολά της μέρας… Το βράδυ τελείωνε και ήταν καλύτερα να το διαλύσουν από τώρα, πριν φύγει η μαγεία του.

Τον πήγε μέχρι το σπίτι του και τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί. Τελικά δεν ήταν η πρώτη τους φορά απόψε. Ούτε καν μόνοι τους δε βρέθηκαν, να μιλήσουνε. Αλλά μετά από ένα τέτοιο βράδυ, ποιος νοιάζεται…

2 comments on “Saying goodbye to places I’ve loved…

  • Σχολιάστε

    Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

    Λογότυπο WordPress.com

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Φωτογραφία Google

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Φωτογραφία Twitter

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Φωτογραφία Facebook

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Σύνδεση με %s

    Αρέσει σε %d bloggers: